Η αίρεση, η οποιαδήποτε αίρεση, εμφανίζεται στο περιβάλλον της ως πανίσχυρη δύναμη. Δημιουργεί στα μέλη της μία δυναμική, που πολλές φορές εκπλήσσει και προβληματίζει, αφού τα ωθεί να δραστηριοποιούνται με υπερβάλλοντα ζήλο και με πολλές θυσίες τόσο στην μεταξύ τους αλληλοβοήθεια, όσο και στον αγώνα για να διαδώσουν και σε άλλους τις «σωτήριες» αντιλήψεις τους. Η δυναμική αυτή στηρίζεται στην αμετάθετη πεποίθηση των οπαδών της ότι κατέχουν απόλυτα την αλήθεια. Ακόμη και εκείνοι που δέχονται ότι κάθε «εκκλησία» κατέχει ένα μέρος της όλης αληθείας θεωρούν το δόγμα τους αυτό απόλυτο.

Η απολυτότητα όμως αυτή των μελών των αιρετικών ομάδων είναι καθαρά υποκειμενική και προσεγγίζει την αλήθεια επιφανειακά και βραχυπρόθεσμα. Αντίθετα, όσοι έχουν λάβει «το χρίσμα» μπορούν να προσεγγίσουν την αλήθεια βαθύτερα και μακροπρόθεσμα και βλέπουν την αίρεση στην πραγματική της διάσταση, δηλαδή απογυμνωμένη από κάθε πραγματική δύναμη.

Εμείς θα περιοριστούμε εδώ, εκτός από τις βιβλικές μαρτυρίες, σε εκείνες των αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του βαθύτατου γνώστη και ερμηνευτού των αγίων Γραφών, και Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο οποίος ακολουθεί θεολογικά τον πρώτο.

Οι διακεκριμένοι αυτοί μελετηταί του φαινομένου της αιρέσεως τονίζουν ότι η αδυναμία της αιρέσεως ευρίσκεται στην ίδια της τη φύση, αφού η αίρεση είναι παρέκκλιση από την αποκεκαλυμμένη ορθή Πίστη. Όπως ομολογεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «αίρεση είναι η μη αληθινή αντίληψη για την Πίστη» (Σπαράγματα Φιλοσοφικά, 18,70). Η Πίστη ως αποκάλυψη του Θεού είναι η μία και μοναδική αλήθεια, όπως επιγραμματικά το αποκαλύπτει ο απόστολος Παύλος, «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. 4,5) και εύστοχα το διατυπώνει ο άγιος Χρυσόστομος «Μία βέβαια είναι η αλήθεια και όχι πολυμερής» (Εις Ματθ. 47,2).

Επομένως κάθε παρέκκλιση από αυτήν, δηλαδή κάθε αίρεση, είναι στη φύση της πλάνη και ψεύδος. Το ψεύδος δεν έχει πραγματική υπόσταση, διότι απλώς είναι άρνηση της πραγματικότητος. Και εδώ είναι θαυμαστή η προσέγγιση του αγίου Χρυσοστόμου· «Αλήθεια εστι το όντως ον, ψεύδος δε το μη ον» (Εις Ψαλμ. PG 55,145,18) Είναι λοιπόν φανερό ότι αυτό που δεν έχει πραγματική υπόσταση δεν έχει και αληθινή δύναμη. Μ’ αυτήν την προϋπόθεση ο άγιος πάλι Χρυσόστομος συμπεραίνει ότι «παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και συνηγορεί υπέρ της αληθείας» (Εις Ματθ. 89,1). Κι ακόμη, «Με τους τρόπους που η πλάνη χρησιμοποιεί για να πολεμήσει την αλήθεια με αυτούς καταλύεται η ίδια» (Εις Ματθ. 84,3).

Μία άλλη παρατήρηση, που μπορούμε να κάνουμε, είναι ότι η αίρεση εκδηλώνεται ως ανατροπή του Σχεδίου της θείας Οικονομίας. Με όσα αποκάλυψε ο Θεός στους ανθρώπους φανέρωσε τον Εαυτό του και το θεϊκό του Σχέδιο, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή για τη σωτηρία του κόσμου. Η επιτυχία αυτού του Σχεδίου στηρίζεται πρωτίστως στην αλήθεια της αποκεκαλυμμένης Πίστεως. Κάθε παραποίηση της αληθείας αυτής, ακόμη και η πιο μικρή, παραμορφώνει το Πρόσωπο τού Θεού ή, καλύτερα, αρνείται τελείως τον Θεό, όπως μας βεβαιώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «πάς ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει» (Β’ Ιω. 9). Με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται το θείο Σχέδιο και ματαιώνεται η αποτελεσματικότητά του, αφού στην πραγματικότητα απουσιάζει ο Δημιουργός του Σχεδίου. Εάν το Σχέδιο τής θείας Οικονομίας παρομοιασθή με μία τέλεια ιατρική μέθοδο για την θεραπεία ενός ασθενούς από έμπειρο ιατρό, η αίρεση δεν είναι άλλο παρά η λανθασμένη θεραπευτική μέθοδος ενός ψευτογιατρού, η οποία οδηγεί στον θάνατο. Κι όπως η λανθασμένη ιατρική μέθοδος είναι από μόνη της αδύναμη, έτσι και η αίρεση, ως λανθασμένη μέθοδος σωτηρίας, κρύβει μέσα της την αδυναμία. Πρόκειται για αυτό που γράφει ο απόστολος Πέτρος για τους ψευδοπροφήτες και ψευτοδιδασκάλους, «θα εισαγάγουν καταστρεπτικές αιρέσεις, αρνούμενοι ακόμη και τον Κύριο που τους εξαγόρασε, προκαλώντας έτσι στον εαυτό τους γρήγορη την καταστροφή» (Β’ Πέτρ. 2,1)

Μία τρίτη διαπίστωση των αγίων πατέρων είναι ότι η αίρεση διακόπτει για τα μέλη της την αδιάσπαστη γραμμή της Ιεράς Παραδόσεως, αυτής που συνδέει χειροπιαστά τον πιστό κάθε γενεάς με την πηγή της Αληθείας, Αυτόν τον ίδιο τον Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνον όταν πραγματικά συναντηθή και ενωθή με τον Θεάνθρωπο Κύριο, ο οποίος ευρίσκεται παρών με την διαδικασία της παραδόσεως και της παραλαβής, όπως μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος, «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ο και παρέλαβον ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών» (Α’ Κορ. 15,3).

Όταν λοιπόν ο αιρετικός καταργεί την Ιερά Παράδοση, αρνείται την πραγματική παρουσία του Θεανθρώπου στη ζωή του. Αποκόπτει τον εαυτό του από την κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας, ή όπως το λέγει ο απόστολος Παύλος, «δεν διατηρεί επαφή με την Κεφαλή απ’ όπου όλο το σώμα τρεφόμενο και συνδεόμενο με τις αρθρώσεις και τα νεύρα αυξάνει την αύξηση τού Θεού» (Κολ. 2,19). Αυτό σε τελική ανάλυση για τον άγιο Χρυσόστομο σημαίνει ανυπαρξία και επομένως τέλεια αδυναμία, αφού «από εκεί (από την Κεφαλή) έχει το είναι και το καλώς είναι» (Εις Κολ. PG 62,344). Ομοιάζει τότε με το δένδρο, του οποίου έκοψαν τις ρίζες, και το οποίο για να φαίνεται ζωντανό το πλαστικοποίησαν. Κι όπως ένα δένδρο χωρίς ρίζες είναι αδύναμο να καρποφορήση, έτσι και η κάθε αίρεση αποκομμένη από την πραγματική Παράδοση είναι χωρίς πραγματική δύναμη για σωτηρία. Ο άγιος Χρυσόστομος διατυπώνει με τον δικό του τρόπο την αλήθεια αυτή· «(οι αιρετικοί), σημειώνει, δεν έχουν τα παλαιά, και επομένως δεν έχουν ούτε τα καινούργια» (Εις Ματθ. 10,2).

Όσο και αν η αίρεση φαίνεται στους πολλούς και εκ πρώτης όψεως ισχυρή και παντοδύναμη (όπως η παρουσία του Παπισμού και του Προτεσταντισμού στον σύγχρονο κόσμο), τα ξεκαθαρισμένα κριτήρια της αληθείας, η γυμνασμένη πνευματική αίσθηση και το διακριτικό πνευματικό χάρισμα, «το χρίσμα», δίνουν την δυνατότητα στους αγίους της Εκκλησίας να βλέπουν καθαρά την εσωτερική της ανεπάρκεια και αδυναμία να οδηγήση στη σωτηρία. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο άγιος Χρυσόστομος περιγράφει την αδυναμία της πλάνης, δηλαδή της αιρέσεως· «Η πλάνη γίνεται εύκολα αντιληπτή και είναι αδύναμη, έστω και εάν εξωτερικά είναι βαμμένη με αμέτρητα χρώματα. Κι όπως ακριβώς αυτοί που αλείφουν τα σαθρά μέρη των τοίχων δεν μπορούν με το βάψιμο να τα διορθώσουν, έτσι και όσοι εξαπατούν τους άλλους, εύκολα ελέγχονται» (Εις Ιω. 68,1).


Ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διακηρύττει με απόλυτη βεβαιότητα· «Ουδέποτε κάποια αίρεση νίκησε την Εκκλησία· απλώς πάντοτε μαίνεται, αλλά με το πέρασμα τού χρόνου γρήγορα καταλύεται» (Ιερά Παράλληλα, PG 95,1165,31).

 


Αρχιμ. Αυγουστίνου Γ. Μύρου, Δρ. Θ.