Η αυθεντική Αποστολική Διδαχή

Η γνησιότητα ή μη των ποικίλων «πνευματικών εμπειριών», που συχνά στον καιρό μας προβάλλονται από διαφόρους ανθρώπους ως ακαταμάχητες αποδείξεις της αληθινής τους πίστεως, απαιτεί την αξιολόγηση τους με σταθερά και εγγυημένα κριτήρια. Ένα από τα κριτήρια αυτά είναι και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή, δηλαδή, η «άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις»1.
Οι γνήσιες εμπειρίες των αγίων έχουν πάντα σχέση με την Αποστολική Διδαχή της Εκκλησίας. Η εμπειρία της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου, για παράδειγμα, συνδέεται άμεσα με αυτήν. Τα μέλη της Εκκλησίας εδόξαζαν τότε τον Θεό σχετικά με το Παύλο, τονίζοντας όχι το γεγονός ότι αξιώθηκε να έχη την ανυπέρβλητη εμπειρία στο δρόμο της Δαμασκού, άλλ' ότι «ακούοντες ήσαν ότι ο διώκων ημάς ποτέ νυν ευαγγελίζεται την πίστιν ην ποτέ επόρθει»2. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στις εμπειρίες που σχετίζονται με την μεταστροφή της Σαμαρείτιδος, και που συνδέονται άμεσα με τις αποκαλύψεις της Πίστεως από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό3. Οι εμπειρίες πίστης του Αιθίοπος ευνούχου συνδέονται με την αυθεντική ερμηνεία των Γραφών, που ζητεί, ακούει και αποδέχεται από τον κανονικό απόστολο Φίλιππο4, και όχι απλώς με την δική του προσωπική μελέτη των αγίων Γραφών. Το ίδιο συμβαίνει και με τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, ο οποίος ακούει πρόθυμα την αυθεντική Διδαχή της Εκκλησίας από τον απόστολο Πέτρο5.

Είναι δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο λόγος του ευαγγελιστού Ιωάννου, όταν συμβουλεύει τους πιστούς πώς να αντιμετωπίζουν τους ψευδοδιδασκάλους: «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνεται αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε»6.

Στα παραδείγματα των Αγίων Γραφών φαίνεται, επίσης, καθαρά ότι οι νόθες εμπειρίες κρίνονται από τον συσχετισμό τους με την αλλοίωση της αυθεντικής Διδαχής της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτει στον Μωϋσή ότι «ο προφήτης ός αν ασεβήση λαλήσαι επί τω ονόματί μου ρήμα, ο ου προσέταξα λαλήσαι, και ος εάν λαλήση εν ονόματι θεών ετέρων, αποθανείται ο προφήτης εκείνος»7. Ο ίδιος ο Θεός αποδοκιμάζει και απορρίπτει την προφητική εμπειρία, όταν αυτή υπηρετεί την αλλοιωμένη Διδαχή.


Στο αυτό συμπέρασμα μας οδηγούν και οι λόγοι του Χριστού, «εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι ει δυνατόν και τους εκλεκτούς»8.

Με το ίδιο επίσης πνεύμα ακούγεται και η προτροπή του αποστόλου Ιωάννου: «αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθησαν εις τον κόσμον. Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού' πάν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστί· και πάν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί ελεηλυθότα εκ του Θεού ουκ εστί»9. Τα «πνεύματα», που αναφέρει ο ευαγγελιστής, είναι χαρισματούχοι με εμπειρίες και χαρισματικές εκδηλώσεις, όπως προφητείες, θεραπείες, κυβερνήσεις κ.ά.10 Όμως ο απόστολος Ιωάννης τις «εμπειρίες» αυτές, όχι μόνο δεν τις θεωρεί κριτήριο για την αλήθεια, αλλά και παραγγέλλει κατηγορηματικά να ελέγχονται για την προέλευσή τους με βάση την αυθεντικά παραδεδομένη Διδαχή της Εκκλησίας, όπως είναι η ομολογία ότι πραγματικά σαρκώθηκε ο Θεός Λόγος. Για παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στις λεγόμενες «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών.


Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών και η αυθεντική Αποστολική Διδαχή


Οι «εμπειρίες» των Πεντηκοστιανών όχι μόνον δεν προϋποθέτουν την αυθεντική Αποστολική Διδαχή, αλλά συνδέονται με αυθαίρετες και καταδικασμένες από την ιστορική Εκκλησία θέσεις, ερμηνείες και διδαχές11. Και πρώτα πρώτα οι Άγιες Γραφές, που αποτελούν την αρχή και το θεμέλιο ολοκλήρου του οικοδομήματος των Πεντηκοστιανών, είναι στην πραγματικότητα ξένη περιουσία γι' αυτούς. Παραθέτω εδώ τη μαρτυρία του Τερτυλλιανού, που γράφει για τους αιρετικούς της εποχής του:

«Αυτοί δεν μπορούν να είναι χριστιανοί, επειδή ό,τι έχουν δεν προέρχεται από τον Χριστό (μέσω της αποστολικής διαδοχής), αλλά από την επιδίωξη της δικής τους επιλογής... Επειδή ακριβώς δεν είναι χριστιανοί γι' αυτό δεν έχουν κανένα δικαίωμα στη χριστιανική γραμματεία»12.

Επίσης, ο τρόπος ερμηνείας των Γραφών από τους Πεντηκοστιανούς, εκτός από την παραποίηση των κειμένων13, έχει τα γνωρίσματα της επιλεκτικότητας, της απολυτοποίησης και της σχετικοποίηαης. Πιο συγκεκριμένα, από το σύνολο της Αποστολικής Διδαχής επιλέγουν κάποια σημεία, που κατά την υποκειμενική τους άποψη είναι εξαιρετικά σημαντικά, και τα απολυτοποιούν. Συγχρόνως όμως σχετικοποιούν ή και αποσιωπούν ένα πλήθος από άλλα σημεία της Αποστολικής Διδαχής εξ ίσου ή και περισσότερο σημαντικά, όπως είναι τα πρόσωπα του εν Τριάδι Θεού, το μυστήριο της Εκκλησίας, η προφορική και λατρευτική Παράδοση της Εκκλησίας, η Αποστολική Διαδοχή, η παρθενία, το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και άλλα. Θα μπορούσα όλη αυτή την επίμονη τακτική τους να την ονομάσω «το παιγνίδι των παραθυριών», δανειζόμενος την εικόνα από την λειτουργία του προγράμματος των «Γουΐντοους» στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.


Αυτή η τακτική του υποκειμενισμού είναι αποκαλυπτική και της πλανεμένης πίστεως τους γι' αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπως επισημαίνει ο άγιος Αμβρόσιος: «Ακόμη και οι αιρετικοί φαίνεται ότι έχουν τον Χριστό. Κανένας απ' αυτούς δεν αρνείται το όνομα του Χριστού. Κι όμως καθένας που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στο Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό»14.
Ένα άλλο στοιχείο, που χαρακτηρίζει την ερμηνευτική νοοτροπία των Πεντηκοστιανών είναι η παντελής έλλειψη διακρίσεως. Εξετάζω εδώ μόνο το γεγονός της Πεντηκοστής, το οποίο χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να θεμελιώσουν την εγκυρότητα των «εμπειριών» της γλωσσολαλιάς και της προφητείας.

Μία προσεκτική μελέτη της σχετικής περικοπής από τις Πράξεις των Αποστόλων και των όσων πιστεύουν οι Πεντηκοστιανοί μας οδηγούν σε μία σειρά από εύλογα ερωτήματα.

Οι Πεντηκοστιανοί υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι λαμβάνουν το βάπτισμα του αγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς και οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής16. Γιατί όμως οι 3000, που πίστεψαν την ημέρα της Πεντηκοστής και βαπτίστηκαν, δεν έλαβαν το άγιο Πνεύμα όπως ακριβώς και οι απόστολοι (δηλαδή με βίαιη πνοή και με πύρινες γλώσσες); Γιατί δεν αναφέρεται ότι όλοι αυτοί δέχθηκαν το χάρισμα της γλωσσολαλιάς και της προφητείας; Γιατί οι Πεντηκοστιανοί, που κατά τη γνώμη τους δέχονται την έκχυση του αγίου Πνεύματος όπως οι Απόστολοι, δεν βλέπουν και τις πύρινες γλώσσες να κατεβαίνουν στα κεφάλια τους;

Εξ άλλου το χάρισμα της γλωσσολαλιάς στους αποστολικούς χρόνους ούτε απαραίτητο γνώρισμα όλων των χριστιανών ήταν, ούτε κεντρική θέση κατείχε στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι αξιοπρόσεκτες οι παρατηρήσεις του αποστόλου Παύλου ατά κεφάλαια 12-14 της Α' προς Κορινθίους Επιστολής.

Οι Πεντηκοστιανοί έχουν οδηγηθεί στο ίδιο ατόπημα, για το οποίο κατακρίνονται οι Κορίνθιοι από τον Απόστολο, για το ότι, δηλαδή, θεωρούν τη γλωσσολαλιά ως κεντρικότατο σημείο της χριστιανικής πνευματικής ζωής. Αγνοούντες εντελώς το καθολικό πνεύμα των Αγίων Γραφών, με την αυθαίρετη και υποκειμενική τους ερμηνεία, μετατρέπουν το έκτακτο χάρισμα της γλωσσολαλιάς σε τακτικό, το απολυτοποιούν και αποκόπτονται έτσι από την αυθεντική Αποστολική Διδαχή. Όπως όμως μας βεβαιώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «πάς ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»18. Και όταν κάποιος δεν έχει Θεό, σίγουρα δεν μπορεί να έχη ούτε και γνήσιες εμπειρίες του αγίου Πνεύματος.



____________________________________



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ιούδα 3
2. Γαλ. 1,23-24
3. Ιω. 4, 1-42
4. Πραξ. 8, 26-40
5. Πράξ, 10
6. 2η Ιωάνν. 10
7. Δευτ. 18, 20
8. Ματθ. 24, 24
9. 1η Ιωάνν. 4, 1-3
10. Βλ. Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Εις την Α' του άγ. Ιωάννου Επιστολή, 4, 1- ΡG 126, 45, «πάν πνεύμα, ήτοι προφητείας Αξίωμα, ή αποστολής».
11. Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σελ. 210, όπου σημειώνεται γενικά για τους Προτεστάντες, «Ενστικτώδη αισθήματα και υποκειμενικές ερμηνείες της Γραφής άρχισαν να αντικαθιστούν τη αποστολική Ιερά Παράδοση ως καθοδηγητική αρχή για την κατανόηση της Βίβλου. Οι λέξεις "Εγώ πιστεύω" άρχισαν να αντικαθιστούν την αρχαία διακήρυξη της πίστης "ό,τι η εκκλησία πάντοτε έχει διδάξει"».
12. Tertullianus, De prescriptione haereticorum, 21
13. Βλ. Θεοδώρου Ζιώγα, Χιλιασταί-Πεντηκοστιανοί, Αθήναι 1996
14. Ambrosius, Expositio Evangelii secundum Lucam (Βλ. Frank Schaeffer, "Χορεύοντας Μόνος", σ. 326).
15. Μεταξύ των άλλων μπορεί να τεθή στους Πεντηκοστιανούς και το ακόλουθο ερώτημα; Γιατί επιλεγούν να θεωρούν ως κριτήριο της γνησιότητός τους (ορισμένα μόνον από τα αποστολικά χαρίσματα και κυρίως τη γλωσσολαλιά και την προφητεία, ενώ ούτε κάνουν λόγο για άλλα, όπως το χάρισμα να μην πεθαίνουν πίνοντας κάποιο δηλητήριο κατά τη διαβεβαίωση του Κυρίου, «καν θανάσιμο τι πίωσιν ου μη αυτούς βλάψει» (Μάρκ. 16, 18);
16. Βλ. Σχετική ομιλία του κ. Λ. Φέγγου, κασ· 10-6-1980, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του π. Αντ. Αλεδιζοπούλου, Εγχειρίδιον Αιρέσεων..., σ. 217: «Έρχεται ο άλλος και σου λέει· θα βαπτισθής με Πνεύμα άγιον, δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις ξένες γλώσσες... Τι λέει ο Θεός; ... Αν είναι να λάβω Πνεύμα Άγιο κατά τον τρόπο τον δικό σου να μην το λάβω ποτέ... Εγώ θέλω Πνεύμα Άγιο όπως οι Απόστολοι... Εγώ θέλω αυτό, θέλω το γνήσιο, δεν θέλω απομιμήσεις».
17. Το χάρισμα της γλωσσολαλιάς ήταν απαραίτητο στο ξεκίνημα της Εκκλησίας και για συγκεκριμένο σκοπό, όπως παρατηρεί ο άγ. Χρυσόστομος: «Ουδέ τοις απίοτοις τι χρήσιμον ή γλώττα' εν γαρ αυτής έστι το έργον, το εκπλήξαι μόνον και θορυβήσαι» (Εις Α' Κορινθίους 30, 1' ΡG 61, 307, 59), ενώ αργότερα, όπως σχολιάζει ό Ζιγαβηνός, «της πίστεως διαδοθείσης τα χαρίσματα παυθήσονται» (...).
18 2η Ιωάνν. 9

 

Αρχιμ. π. Αυγουστίνου Γ. Μύρου,

Δρ. Θεολ. Ιεροκήρυκoς Ι. Μητροπ. Σερβίων & Κοζάνης


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΔΙΑΛΟΓΟΣ" τεύχος 28, 2002