Ἅγιε Καθηγούμενε, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί φίλοι,
πραγματικά δέν ξέρω ἄν πρέπει νά χαίρομαι ἡ ἄν πρέπει νά λυπᾶμαι σήμερα. Ἀφενός εἶναι χαρά ἡ παρουσία μου σέ σύναξη ἀγαπητῶν ἀδελφῶν. Ἀφετέρου, ἡ ἀφορμή αὐτῆς τῆς σύναξης δέν μπορεῖ παρά νά προξενῖ λύπη.

Θά θέλαμε νά μιλήσουμε γιά τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, γιά τή χαρά τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά τίς φανερώσεις του Ἁγίου Πνεύματος, γιά τά παλαίσματα τῶν Ἁγίων, γιά τή νίκη ἐπί τοῦ θανάτου. Ὅμως, κλήθηκα νά συνδράμω γιά τήν ἀντιμετώπιση μιᾶς ὑπόθεσης τῆς θλιβερῆς γιά μᾶς σήμερα πού φυλάσσουμε τόν τόπο στό περιβόλι τῆς Παναγίας. Μία ὑπόθεση πού χτίσθηκε στήν ἐμμονή, στόν φανατισμό, στή φιλόνικη διάθεση καί τώρα στή διεκδίκηση μέ χρήση ἀληθειῶν καί ψεμάτων.
Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἀπό τό 1972 οἱ οἱκοῦντες τήν Ἱερά Μονή Ἐσφιγμένου (ἤ τουλάχιστον οἱ διοικοῦντες) διέκοψαν ὄχι μόνο τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί περαιτέρω κάθε σχέση μέ τό ὑπόλοιπο Ἅγιον Ὄρος. Ἐπί πλέον, παραμένοντας στή Μονή, προσχώρησαν σέ σχισματική παράταξη παλαιοημερολογητῶν. Ὁ λόγος πού ἐπικαλέσθηκαν ἦταν οἱ ἐπαφές τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μέ τόν Πάπα τῆς Ρώμης, προσφάτως ὅμως ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἕνας ἀκόμη λόγος, ἡ ἀποδοχή ἐπιδοτήσεων πού προέρχονται ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Κάθε ἐνέργειά μας -σωστή, λανθασμένη ἤ ἀμφισβητούμενη- φαίνεται ὅτι ποτίζει μία ρίζα πικρίας καί χτίζει ἕνα μεσότοιχο φραγμοῦ.
Πιστεύουν ὅτί ἔχουν δίκιο καί ὅτι •εἶναι οἱ μόνοι πού ἔχουν δίκιο. Ἀναρωτιέται ὅμως κάποιος, ἄν σύμφωνα μέ τό εὐαγγέλιο ἤ τή ζωή τῶν ἁγίων, ἡ πεποίθησή μου ὅτί ἔχω δίκιο δικαιώνει τήν ἀποκοπή μου ἀπό τό σῶμα τής Ἐκκλησίας καί τήν καταφυγή μου σέ ὁποιαδήποτε ὁμολογιακή παράταξη. Εἶναι βέβαια ἀναφαίρετο δικαίωμά μου νά πράξω κατά τό δοκοῦν. Τά πράγματα ὅμως γίνονται πιό σοβαρά, ὅταν ἡ προσωπική αὐτή ἐπιλογή παύει νά εἶναι προσωπική καί ἐπιχειρεῖ νά καθορίσει τήν ταυτότητα καί τό μέλλον ἑνός θεσμοῦ. Τότε ἡ ἐνέργειά μου προκαλεῖ ρῆγμα στόν ἴδιο τόν θεσμό καί τήν παράδοση πού ἐκπροσωπῶ.
Ἡ Ἱερά Μονή Ἐσφιγμένου δέν ἀνήκει σέ κανέναν παροδικό ἡγούμενο, σέ καμία ἐπί μέρους ὁμάδα, σέ κανέναν Πατριάρχη. Ἀνήκει σέ ὅλους τούς ἀπ' ἀρχῆς ἕως ἔσχατων, σ' αὐτούς πού ἦλθαν καί σ' αὐτούς πού θά ἔλθουν, ἐπώνυμους καί ἀνώνυμους, ὁρατούς καί ἀόρατους. Ἀνήκει στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τόν ἱερό θεσμό πού θεσμοθετεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἄν πρέπει ἀπό τό σῶμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ νά ἐκβληθεῖ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ὡς βλάσφημῶν τό ὅνομα τοῦ Θεοῦ (καί μαζί του ὅλοί ἐμεῖς πού τόν μνημονεύουμε), ἄς φανερωθεῖ καί ἄς κηρυχθεῖ πρῶτα ἡ αἵρεσή του, καί τότε κάθε χριστιανός θά ἔχει λόγο νά μή τόν ἀναγνωρίζει ὡς ἐπίσκοπο, οὔτε νά ἀναγνωρίζει ἐμᾶς ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ὅμως δέν ἰσχύει τοῦτο, ἄς ἀναλογισθοῦμε τό ἔγκλημα πού κάνουμε κατά τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἰσάγοντας φιλονικεία, διάσπαση καί διαίρεση. «Καλόν ὁ ζῆλος τῆς εὐσεβείας,» λέει ὁ ἅγιος Ἰωαννης ὁ Δαμασκηνός, ἀλλά ὅταν εἶναι «ἀγάπῃ συγκεκραμένος». Αὐτό ἦταν τό μήνυμα πού λάβαμε καί ἀπό τους χαρισματικούς γέροντες τῶν καιρῶν μας. Προσφάτως ἡ Ἀθωνική Πολιτεία ἔκρινε ὅτι ἡ ὑπόθεση τῆς μονῆς Ἐσφιγμενου ἔπρεπε, μετά ἀπό τόσα χρόνια ἀναμονῆς, νά τακτοποιηθεῖ. Πιστεύω ὄχι τόσο γιά τήν ἐπαναφορά τῆς κανονικῆς τάξης. Ἀλλά περισσότερο γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς εὐαγγελικῆς τάξης. Γιά τή συγχώρηση τῶν συμφωνούντων καί τῶν διαφωνούντων -γιατί ὅλοι ἔχουμε θέση στήν ἐκκλησία. Τώρα ἔχει ἐπιτευχθεῖ μία νομική τακτοποίηση. Ὄχι ὅμως ἡ εὐαγγελική νίκη ἐπί τοῦ θανάτου. Γιατί ὑπάρχουν ἀδελφοί χωρισμένοι καί ταμπουρωμένοι. Ἀδελφοί κατέχοντες ἐκεῖνα πού δέν κατέχονται, καί κατεχόμενοι ἀπό ἐκεῖνα πού καταλύουν τήν ἐλευθερία μας. Δέν ζητᾶμε τό χωρισμό τους, δέν τούς ἐχθρευόμεθα, δέν στεκόμεθα ἀντιμέτωποι - μολονότι κάπως ἔτσι ἀναπαύονται νά παρουσιάζουν τά πράγματα. Λένε οἱ Πατέρες, πώς ἐκεῖνος πού σκανδαλίζεται, κρίνει, κατηγορεῖ ἤ ἐπιδεικνύεται, εἶναι ἀνελεύθερος ἄνθρωπος. Ὡς ἄνθρωποι πού ἔχουμε κληθεῖ πρός τήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε νά σκύβουμε στό πρόβλημα τοῦ καθενός, νά ἐπιδιώκουμε τή συνδιαλλαγή καί τήν ἀλληλοπεριχώρηση. Δέν ζητᾶμε βέβαια τήν συμφωνία μέσα στό ψέμα. Πράγματι ὑπάρχει καί μία ἐπιφανειακή ἑνότητα συμφερόντων καί συναλλαγῆς, μεταξύ ψευτῶν ἤ ληστῶν. Ἀλλά ζητᾶμε τήν ἑνότητα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.Ἔτσι μόνο θά ἔχουμε τήν ἐμπειρία τῆς νίκης ἐπί τοῦ θανάτου.
Μπορεῖ βέβαια ὁ χωρισμένος νά παραμείνει ἀδιάλλακτος στήν ἀπόλυτη βεβαιότητα τοῦ ὅτι εἶναι ὁ μάρτυς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μπορεῖ νά ἔχει ταχθεῖ σέ ἕναν ἱερό πόλεμο κατά παντός διαφωνοῦντος. Τί γίνεται ὅμως ἄν πεισματικά ἀποκόπτει ἕνα κομμάτι τοῦ ἱεροῦ τόπου ἀπό τήν διαχρονική του παράδοση; Ἐδῶ ἡ συνείδηση βιώνει κάποιο ἀδιέξοδο, ὡς πρός τόν τρόπο ἀντιμετώπισης.
Ἴσως νά φαίνεται ἀπαισιόδοξο, ὅμως ἀναρωτήθηκα, ἄν μέ τέτοιες συνάξεις, ὅπως ἡ ἀποψινή, ἐπιτυγχάνεται κάποιος στόχος. Ἄν βέβαια στόχος εἶναι ἡ πληροφόρηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, σίγουρα ἔχουν κάποιο νόημα. Ἄν στόχος εἶναι ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου, ἐλάχιστα ἕως καθόλου μποροῦν νά βοηθήσουν. Ἐκεῖνο ὅμως πού μπορεῖ νά βοηθήσει εἶναι ἡ προσευχή ὅλων μας. Ἄν ἡ σύναξή μας συμβάλει σέ τοῦτο, θά ἔχει ἐπιτύχει τό μεῖζον. Μόνη ἐλπίδα καί καταφυγή ἡ ἐλπίς τῶν ἀπηλπισμένων, νά δώσει φωτισμό καί διάκριση, ὥστε νά σωθοῦν καί ὁ τόπος καί οἱ ἄνθρωποι.
Καί θά κλείσω μέ τούς λόγους τοῦ γέροντος Πορφυρίου: «Ὅταν ξεχωρίζομε τόν ἑαυτό μας, δέν εἴμαστε χριστιανοί. Ἀληθινοί χριστιανοί εἴμαστε, ὅταν αἰσθανόμαστε βαθιά ὅτι εἴμαστε μέλη τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέ μία συνεχῆ σχέση ἀγάπης.Ὅταν ζοῦμε ἑνωμένοι ἐν Χριστῷ, δηλαδή ὅταν ζοῦμε τήν ἑνότητα μέσα στήν Ἐκκλησία Του μέ τό αἴσθημα τοῦ ἑνός... Εἴμαστε ἕνα ἀκόμη καί μέ τούς ἀνθρώπους πού δέν εἶναι κοντά στήν Ἐκκλησία...Ἐμεῖς τά βλέπομε ἀνθρώπινα, κινούμαστε μ’ ἄλλον τρόπο καί νομίζομε ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Χριστό. Ὁ Χριστός ὅμως, ὁ ὁποῖος βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους, μᾶς λέει: Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν. Νά εὐχόμαστε νά εἴμαστε ὅλοι μαζί, ὅλοι μαζί στόν Θεό. Τότε, ἄν τό ζοῦμε αὐτό, θά ἔχομε τά ἀνάλογα ἀποτελέσματα.»

Ἀρχιμ Χριστόδουλος
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους
(Ὁμιλία στήν Ἐστία Νέας Σμύρνης, 14.6.2010)